Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014 13:29

ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

 

 

Κατά τον κ. Χαράλαμπο Κυραϊλίδη, πρόεδρου του Συνδέσμου Ιδρυτών Ελληνικών Ιδιωτικών Εκπαιδευτηρίων (ΣΙΕΙΕ), η πολιτεία δεν θέλει να επιτρέψει την απογείωση μέσω επενδύσεων της ιδιωτικής εκπαιδεύσεως γιατί έτσι θα τονιζόταν το θλιβερό επίπεδο της αντίστοιχης δημόσιας. Με άλλα λόγια, στην χώρα μας απαγορεύεται η ποιοτική ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα προσφοράς γνώσεων για λόγους ισοπεδώσεως προς τα κάτω.

Όσο για την αιτιολόγηση της απορρίψεως συμμετοχής των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων στο ΕΣΠΑ, όπως τονίζει ο κ. Α.Ι. Παναγιωτόπουλος, γενικός γραμματέας του ΣΙΕΙΕ, είναι αντάξια της γραφειοκρατικής αβελτηρίας.

Γιατί, όμως, η πολιτεία διώκει την γνώση; Όπως υποστηρίζει ο κ. Λεωνίδας-Φοίβος Κόσκος, πρόεδρος της οργανωτικής επιτροπής ενός συνεδρίου που διοργανώνει ο Σύνδεσμος, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα φιλοδοξεί να «παράγει» δημοσίους υπαλλήλους. Κατά συνέπεια, οι εμπνευστές αυτής της στρατηγικής –η οποία ήδη έχει οδηγήσει την χώρα στην χρεωκοπία – είναι αδιανόητο να συμβάλουν στην πρόοδο της ιδιωτικής εκπαιδεύσεως.

Με αφορμή λοιπόν αυτήν την απαράδεκτη κατάσταση, η οποία είναι και διαχρονικά η ρίζα της ελληνικής κακοδαιμονίας, ο ΣΙΕΙΕ διοργάνωσε ένα πολύ ενδιαφέρον Συνέδριο με θέμα «Ιδιωτικό Σχολείο και Ανάπτυξη», στο οποίο οι διάφοροι εισηγητές περιέγραψαν με σοβαρά επιχειρήματα μία κατάσταση η οποία, όσο θα διαιωνίζεται, η χώρα θα απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τους συντελεστές αναπτύξεως που ήδη οριοθετούν τον 21ο αιώνα και τις διάφορες παραμέτρους του.

Ακόμα χειρότερα, στις σημερινές συνθήκες, η Ελλάδα κατασπαταλά με πρωτοφανή αθλιότητα αυτό που ο νομπελίστας οικονομολόγος Θίοντορ Σουλτζ αποκαλούσε «πολυτιμότερο πόρο» –που είναι το ανθρώπινο κεφάλαιο. «Πρόκειται για τον πραγματικό πλούτο των εθνών», έγραφε ο αείμνηστος οικονομολόγος, αλλά παρόμοιες θέσεις και απόψεις αποτελούν πολύ ενοχλητικά ψιλά γράμματα για τους εγχώριους κρατικο-φεουδάρχες.

Αγνοούνται, έτσι, εξοργιστικά από το κράτος τα σημαντικά εκπαιδευτικά αποτελέσματα των ιδιωτικών σχολείων, που είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με όλες τις διεθνείς έρευνες και μελέτες (ΟΟΣΑ, PISA), από πλευράς επιδόσεων των μαθητών τους, τα εγχώρια ιδιωτικά σχολεία έχουν την δεύτερη μεγαλύτερη διαφορά σε όλες τις χώρες του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως από τις αντίστοιχες επιδόσεις των δημοσίων σχολείων. Μάλιστα, ακόμα και μετά την κοινωνικο-οικονομική διόρθωση των στοιχείων με βάση το κοινωνικό και οικονομικό υπόβαθρο των οικογενειών των μαθητών, σύμφωνα με την μελέτη Education At A Glance του ΟΟΣΑ, η διαφορά αυτή παραμένει από τις μεγαλύτερες στις χώρες μέλη του Οργανισμού.

Είναι λοιπόν κάτι περισσότερο από σαφές ότι η ελληνική ιδιωτική εκπαίδευση είναι υψηλού επιπέδου και άρα η όποια επένδυση σε αυτήν μόνον θετικές συνολικές επιπτώσεις θα μπορούσε να έχει –ιδιαίτερα δε σε χώρες που βρίσκονται σε κρίση και πάσχουν από πλευράς ανταγωνισμού, παραγωγικότητος και ανταγωνιστικότητος.

Υπό αυτή την έννοια, κάποιοι –με πρώτο τον κύριο πρωθυπουργό– θα έπρεπε να ξαναδιαβάσουν αυτά που έγραφε ο καθηγητής και νομπελίστας Θίοντορ Σουλτζ πριν τριάντα έξι χρόνια, στο πολύκροτο βιβλίο του με τίτλο «Επενδύοντας στον άνθρωπο» (Investing in People): «Η εκπαίδευση αντιπροσωπεύει κάτι περισσότερο από μία κατανάλωση … Αντιθέτως, οι δαπάνες σε αυτήν, ιδιωτικές και δημόσιες, συμβάλλουν στην δημιουργία, αφ’ ενός, μιας καλύτερης ποιότητος ανθρώπων και, αφ’ ετέρου, στον σχηματισμό ενός παραγωγικού αποθέματος, ενσωματωμένου στα ανθρώπινα όντα και ικανού να εξελιχθεί σε μελλοντικό εισόδημα … Από έρευνες που έχουμε πραγματοποιήσει, προκύπτει ξεκάθαρα ότι μία προσθήκη μορφώσεως αυξάνει εντυπωσιακά τις επιχειρηματικές δεξιότητες και τελικώς είναι πηγή ευμάρειας … Έχω παρατηρήσει, μέσα από διάφορες μελέτες, ότι η ισχύς της διαδόσεως των θετικών πτυχών της εκπαιδεύσεως αποτελεί κορυφαίο παράγοντα τιθασεύσεως των ανισορροπιών που μοιραίως προκαλούνται από τον οικονομικό νεωτερισμό … Συνεπώς, το κεφάλαιο εκπαίδευση, ειδικά για τις υπό ανάπτυξη χώρες, είναι πολύτιμο και εξίσου σημαντικό με τους άλλους συντελεστές παραγωγής ….».

Όπως επισημαίνει ο Σύνδεσμος Ιδρυτών Ελληνικών Ιδιωτικών Εκπαιδευτηρίων, «το εκπαιδευτικό μας σύστημα, στην κατάσταση που βρίσκεται, παραμελεί το κεφάλαιο αυτό, κρατά καθηλωμένες τις δημιουργικές δυνάμεις του τόπου μας και παράγει πολίτες με έλλειμμα πρωτοβουλίας και διάθεσης για παραγωγή και καινοτομία. Συνεπώς, είναι επίκαιρη όσο ποτέ άλλοτε μία ευρεία συζήτηση για την βέλτιστη χρήση της εθνικής δαπάνης για την εκπαίδευση στην χώρα μας. Και κάθε συζήτηση στο επίπεδο αυτό οφείλει να λάβει υπ’ όψιν τις αρχές της αξιολογήσεως, του ανταγωνισμού και του κοινωνικού ελέγχου της αυτόνομης σχολικής μονάδας. Το ιδιωτικό σχολείο διαθέτει την τεχνογνωσία και την κουλτούρα για έναν τέτοιο δημόσιο διάλογο».

Το ερώτημά μας είναι αν και κάποιοι άλλοι διαθέτουν την ίδια κουλτούρα…

E.J.MISHAN: ΜΥΘΟΣ ΟΤΙ Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΕΙΝΑΙ «ΔΗΜΟΣΙΟ ΑΓΑΘΟ»


Εντυπωσιακές, εικονοκλαστικές και επίκαιρες απόψεις ενός Βρεταννού καθηγητή που δίδασκε στο London School of Economics πριν ασχοληθεί με τις αποκαλούμενες «εκπαιδευτικές επενδύσεις»


Είναι σαφές ότι η Ελλάδα χάνει το παιχνίδι του 21ου αιώνα –που είναι αυτός της κυριαρχίας των γνώσεων και της ταχύτητας μεταδόσεώς τους. Γνώσεις οι οποίες αποτελούν πλέον κορυφαία πρώτη ύλη, εξίσου σημαντική με το πετρέλαιο αν όχι σημαντικότερη. Συνεπώς, όλα δείχνουν ότι ο διεθνής ανταγωνισμός θα έχει στο επίκεντρό του τις γνώσεις και βεβαίως την ενσωμάτωσή τους στα παραγόμενα αγαθά, είτε αυτά είναι άμεσα είτε διαρκείας. Έτσι, δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι αναπτυσσόμενες χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία και η Βραζιλία, παρά το γεγονός ότι προωθούν παραδοσιακές βιομηχανικές δραστηριότητες, επενδύουν ταυτοχρόνως σημαντικά κεφάλαια στην εκπαίδευση, στην γνώση, στην έρευνα και στην ανάπτυξη.
Με άλλα λόγια, προσπαθούν –και σε μεγάλο βαθμό το έχουν επιτύχει – να είναι μέσα στο τραίνο του 21ου αιώνα.

Στην Ελλάδα, δυστυχώς, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Η χώρα μας κατέχει τις τελευταίες θέσεις στην Ευρώπη των 28 σε εκπαίδευση, σε έρευνα και ανάπτυξη. Υστερεί απελπιστικά σε καινοτομίες και οι επιδόσεις της στις τεχνολογίες των πληροφοριών είναι από τις πλέον υποτονικές στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Η ελληνική παιδεία παραπαίει και, σύμφωνα με τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως (ΟΟΣΑ), το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι αναποτελεσματικό –ωστόσο κοστίζει πανάκριβα στον Έλληνα φορολογούμενο και, τελικώς, βρίσκεται στα χέρια κουκουλοφόρων και συνταξιούχων φοιτητών. Θα πρέπει δε στο σημείο αυτό να υπογραμμίσουμε ότι το φαινόμενο της μαφιοποίησης των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στην χώρα μας είναι μοναδικό παγκοσμίως, αλλά και εξευτελιστικό για μία χώρα η οποία «καυχάται» ότι είναι η κοιτίδα του πολιτισμού.

Πέρα από την Ελλάδα, ωστόσο, τα θέματα της παιδείας συνιστούν μεγάλη πρόκληση και για την σημερινή ΕΕ, η οποία δείχνει εμφανή σημεία κοπώσεως στον διεθνή εκπαιδευτικό ανταγωνισμό. Έτσι, οι απόψεις του Βρεταννού καθηγητή E.J.Mishan, ο οποίος σήμερα είναι εκπαιδευτικός σύμβουλος στις ΗΠΑ και σε χώρες της Λατινικής Αμερικής, είναι εντυπωσιακές.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Κύριε καθηγητά, υπάρχουν ευρωπαϊκές μελέτες και έρευνες, όπως οι εκθέσεις του ΟΟΣΑ, οι οποίες υπογραμμίζουν την υστέρηση της Ευρώπης έναντι των ΗΠΑ σε θέματα που άπτονται της κοινωνίας της γνώσης. Κατά την άποψή σας, πόσο σημαντικό είναι το θέμα αυτό και πού οφείλεται η ευρωπαϊκή υστέρηση;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Στον ευρωπαϊκό εκπαιδευτικό χώρο κυριαρχούν ιδεοληψίες με ρίζες στο παρελθόν, οι οποίες φαλκιδεύουν κάθε προσπάθεια επίλυσης των σοβαρών εκπαιδευτικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι περισσότερες χώρες μέλη της ΕΕ. Σπεύδω δε να τονίσω ότι το όλο θέμα έχει μία πολύ σημαντική οικονομική και φορολογική διάσταση, την οποία πολλές κυβερνήσεις αρνούνται καν να προσεγγίσουν. Λόγου χάρη, σε πολλές περιπτώσεις οι φορολογούμενοι αγνοούν ποιο τελικό όφελος αποκομίζουν από τις «επενδύσεις» τους στην παιδεία και δεν γνωρίζουν απολύτως τίποτε για την οικονομική διαχείριση των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Με άλλα λόγια, υπάρχει μία απίστευτη κατασπατάληση εκπαιδευτικών πόρων για την οποία ουδείς ομιλεί. Στο σημείο αυτό λοιπόν υπάρχει ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα εκπαιδευτικών επενδύσεων και αποτελεσματικότητάς τους, όχι μόνον με οικονομικά αλλά και με ανθρώπινα κριτήρια. Και αυτή είναι μία πρώτη σημαντική διαφορά μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Κρίνετε ότι αυτή η έλλειψη μετρήσεων κρύβει κάποια σκοπιμότητα ή είναι απλώς το γραφειοκρατικό προϊόν μιας δημοσιοποιημένης σε μεγάλο βαθμό παιδείας;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Είναι το άμεσο και επικίνδυνο αποτέλεσμα μιας ενσυνείδητης αδιαφορίας. Ουδείς ενδιαφέρεται να μετρήσει και να αποτιμήσει σε βάθος την οριακή κοινωνική αξία των εκπαιδευτικών επενδύσεων, γιατί τότε θα κατέληγε σε εξαιρετικώς δυσάρεστα για τους φορολογούμενους συμπεράσματα.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Άρα, κατά την γνώμη σας, υπάρχουν πολιτικές σκοπιμότητες πίσω από αυτή την κατασπατάληση εκπαιδευτικών πόρων;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Σαφώς υπάρχουν πολιτικές και ιδεολογικές σκοπιμότητες. Πολλοί θεωρούν την παιδεία δημόσιο αγαθό, αλλά δεν μάς λένε τί και ποιους εξυπηρετεί αυτό το δημόσιο αγαθό και με ποιο κόστος. Κάποτε υπήρχαν στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια «φοιτητές» με δέκα και δώδεκα χρόνια παρουσίας στις πανεπιστημιακές τάξεις. Υπολογίστηκε ποτέ ποιο ήταν το κοινωνικό κόστος αυτής της επιδότησής τους; Αν είναι αναφαίρετο δικαίωμα στην τεμπελιά, καλόν είναι να μάς πουν οι θεωρητικοί αυτής της προσεγγίσεως ποιος πρέπει να πληρώνει και για ποιον λόγο. Από την άλλη πλευρά, ποια είναι η σχέση μεταξύ της εκπαιδευτικής επένδυσης και των υπηρεσιών που θα πρέπει να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο ο φοιτητής που δέχεται την επένδυση; Πέστε, για παράδειγμα, ότι το Ηνωμένο Βασίλειο επένδυσε 20.000 ευρώ στον Χ φοιτητή ο οποίος, μετά την απόκτηση του πτυχίου του, αλλάζει επάγγελμα και εγκαταλείπει την χώρα που τον επιδότησε για να εγκατασταθεί αλλού. Τί σημαίνει αυτό για τον Άγγλο φορολογούμενο, αλλά και για την οικονομία που στήριξε το εκπαιδευτικό κόστος; Επίσης, σάς ερωτώ, από την ύλη που διδάσκονται οι φοιτητές, ποια είναι πραγματικά χρήσιμη και ποια διδάσκεται για αμιγώς ιδεολογικούς λόγους; Συνεπώς, ποιο είναι το οικονομικό κόστος της άχρηστης διδακτέας ύλης και γιατί αυτό θα πρέπει να επιμερίζεται στους φορολογούμενους;

ΕΡΩΤΗΣΗ: Με βάση αυτές τις τοποθετήσεις σας, ποια είναι η οικονομική πρότασή σας για την ευρωπαϊκή πανεπιστημιακή παιδεία;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Πιστεύω ότι το κοινωνικό σύνολο, συμπεριλαμβανομένων και των φοιτητών, θα εξυπηρετηθεί πολύ καλύτερα αν αυτοί που θέλουν να επωφεληθούν από την ανώτατη παιδεία πληρώνουν και το μεγαλύτερο μέρος του σχετικού κόστους. Στην περίπτωση αυτή, θα προκύψει ένας μέγιστος σε ποιότητα φοιτητικός πληθυσμός, λιγότερος βέβαια από τον σημερινό, θα μειωθεί η φορολογική επιβάρυνση και τα πανεπιστήμια θα αποκτήσουν οικονομική φερεγγυότητα αλλά και ανεξαρτησία. Περιττόν δε να τονισθεί ότι άχρηστα μαθήματα θα εκλείψουν, αλλά και η οικονομική διαχείριση των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων θα καταστεί πιο διαφανής.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Στην πρόταση που διατυπώνετε, ποιο θα είναι το ιδιοκτησιακό καθεστώς των πανεπιστημίων; Θα ανήκουν στο κράτος ή στην ιδιωτική πρωτοβουλία;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Το ιδιοκτησιακό καθεστώς δεν αποτελεί πρόβλημα στην πρότασή μου. Τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα μπορούν να είναι κρατικά, δημοτικά, ιδιωτικά ή ακόμα και συνεταιρισμοί. Προέχει η μέγιστη απόδοση της εκπαιδευτικής επένδυσης, την στιγμή που ο οικονομικός ανταγωνισμός είναι πλέον στενά συνδεδεμένος με τις γνώσεις και άρα με την αποτελεσματικότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Υπογραμμίζω δε ιδιαίτερα την λέξη «αποτελεσματικότητα» για φορολογούμενους και φοιτητές.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Πιστεύετε, όμως, κύριε καθηγητά, ότι μια παρόμοια πρότασή σας μπορεί να υιοθετηθεί;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Θα έλεγα ότι είναι αυτονόητη η απόρριψή της. Θα την πολεμήσουν οι ίδιοι οι φοιτητές, αλλά και όλοι αυτοί μέσα στα πανεπιστήμια που εργάζονται περισσότερο για μια γελοία πολιτικο-ιδεολογική προπαγάνδα παρά για την αναβάθμιση των γνώσεων. Θα την πολεμήσουν επίσης και όλοι αυτοί που το παίζουν «εκπαιδευτικοί σύμβουλοι» και οι οποίοι στην ουσία εξυπηρετούν ένα συγκεκριμένο κατεστημένο. Δεν αισιοδοξώ, συνεπώς, για το μέλλον της ευρωπαϊκής πανεπιστημιακής παιδείας και την αναβάθμιση της αποτελεσματικότητάς της. Μπορώ ωστόσο να κάνω την βάσιμη πρόβλεψη ότι, κάποτε, οι φορολογούμενοι –γονείς και φοιτητές– θα επαναστατήσουν κατά ενός αναποτελεσματικού και εν τέλει άνισου πανεπιστημιακού συστήματος. Αργά ή γρήγορα, θα συνειδητοποιηθεί ότι η απελευθέρωση της ατομικής απόκτησης γνώσεων και της ποιότητάς τους αποτελεί παράγοντα κοινωνικής καταξίωσης και οικονομικής ευρωστίας. Πιστεύω επίσης ότι, μεσοπρόθεσμα, θα τεθεί και το θέμα του ποιος επιλέγει την δεδομένη εκπαίδευση. Το κράτος, οι γονείς, ή οι ενδιαφερόμενοι φοιτητές; Σε όλα αυτά, τα τεράστια για το μέλλον της θέματα, η Ευρώπη πρέπει να βρει αξιόπιστες και οικονομικο-κοινωνικά φερέγγυες απαντήσεις, οι οποίες σήμερα επείγουν. Η ταχύτητα παραγωγής γνώσεων σε παγκόσμιο επίπεδο δεν αφήνει πολλά περιθώρια για άγονους πειραματισμούς. Ακόμα, θα πρέπει να τονίσω ότι αναπτυσσόμενες χώρες, όπως η Ινδία και η Κίνα, ακολουθούν τα αμερικανικά εκπαιδευτικά πρότυπα και, σε κάποια φάση, θα αποκτήσουν σοβαρό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι της Ευρώπης. Ήδη, οι δύο αυτές χώρες ανταγωνίζονται τις ΗΠΑ σε έρευνα και ανάπτυξη –η δε Ινδία υπερέχει σαφώς των Αμερικανών σε λογισμικό. Επίσης, όλο και περισσότερο, οι χώρες αυτές καταθέτουν μαζικά ευρεσιτεχνίες και ανταγωνίζονται στο επίπεδο αυτό τους Ιάπωνες, οι οποίοι κάποτε ήσαν κυρίαρχοι.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Στα όσα υποστηρίζετε, κύριε καθηγητά, κάποιοι θα σάς αντικρούσουν ότι η αποκρατικοποίηση της παιδείας θα οδηγήσει σε νέες κοινωνικές ανισότητες. Τί απαντάτε σε αυτή την εκδοχή;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Η πολυθρύλητη δωρεάν παιδεία είναι αυτή που παράγει ανισότητες –και μάλιστα τεράστιες. Το σύστημα αυτό επιτρέπει σε εύπορους φοιτητές να παρακολουθήσουν πανεπιστημιακά μαθήματα σε χαμηλό κόστος και έτσι να εξοικονομούν πόρους για την πραγματοποίηση ακριβών μεταπτυχιακών σπουδών τις οποίες οι οικονομικά ασθενέστεροι φοιτητές δεν μπορούν να ακολουθήσουν. Έτσι, παρατηρείται μεγάλη ανισότητα στην επένδυση σε γνώσεις –ανισότητα η οποία, όπως είναι φυσικό, πλήττει τους λιγότερο προνομιούχους. Επίσης, θα πρέπει να τονιστεί ότι η δωρεάν παιδεία, ακριβώς επειδή δεν έχει θεωρητικό κόστος, υποβαθμίζεται σταδιακά και χάνει το κύρος της, κυρίως στον φοιτητικό κόσμο. Είναι σημαντικό ακόμα να δούμε ποιος τελικώς πληρώνει το κόστος αυτής της «δωρεάν» παιδείας και σε ποιο ύψος ανέρχεται το κόστος αυτό.

 

Θανάσης Παπανδρόπουλος

επίτιμος πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων,
μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης Συντακτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,
και Διευθυντής της Γαλλικής Σελίδας της Pro Europa.


Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015 20:25